Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2005

ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΑΜΙ

ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΑΜΙ
Κορνιζωμένος στο εσπερινό μου παραθύρι
ευαίσθητη η μελαγχολία μου έχει γείρει.
Σιωπηλή μέσα από το τζαμί ταξιδεύει
σχεδία στης υγρής νυκτός τα ερέβη.
Πίσω απ΄ το τζαμί, σαν σκιά κι΄ εγώ των μαραμένων
της επαρχίας ανέραστων παρθένων,
που στέλνουν κρυφά τον στεναγμό των
στις βασίλισσες των ρομαντικών ερωτών.

Ποσό είμαι αθώος απόψε στη σιωπή μου!
Ανάμνηση τα έργα κι΄ η ζωή μου.
Τους γόνιμους καρπούς της σκέψης, της λαγνείας,
κάλυψε το πέπλο της άγνοιας.

Σκέπτομαι.
Στο δρόμο αυτό φτέρωσαν τα όνειρα μου
κι΄ ίσως σ΄ αυτόν πέραση κι΄ η εκφορά μου,
μια μέρα που στις αντικρινές τις γλάστρες θ΄ άνθη η βιολέτα
κι΄ όμως απόψε θα παίζουν τα οργανέτα.
Τότε που τα΄ αεροπλάνα στον αέρα, στο Αιγαίο τα πλοία,
ο έρωτας μου, η ποίηση, τα βιβλία,
θα υπάρχουν όπως τώρα και τα τραίνα
θα ταξιδεύουν και χωρίς έμενα….
Αχ, ένα αηδόνι στις Μακεδονίας τα δάση
μην Πης πως μια στιγμούλα θα σωπάσει!
Τότε, που θα ραμφίσουν το τζαμί αυτό της συνοικίας τα περιστέρια
που δεν θα υπάρχουν πια με ψίχουλα δυο χεριά.
Από του αντικρινού πανεπιστήμιου την αυλή,
ίσως μ΄ αναζήτηση ένα ευαίσθητο κορίτσι,
από κοινά που χουν συγκινήσει την ψυχή μου
Και να χει αβρά χαϊδέψει η προσοχή μου.
Ίσως κι΄ μια αλητήσα, νέα γυναίκα, δίχως
δουλεία, γυμνή, που ξέρει ότι ενός νέου ο στίχος
την έντυσε θερμά με τη στοργή του
και ηρωίδα την τραγούδησε η ορμή του.
Σκέπτομαι την ποιήτρια την μια, που να κλάψει
και μια ελεγεία στον τάφο μου θα γραψή,
εκείνην, που γοερά θα με θρηνήσει
και θα με λησμονήσει….
Μόνο της σιωπής της βραδινής οι κήποι
θα νοιώθουν πάντα πως η ευαισθησία μου λείπει.